4ο επεισόδιο του Chaos

 

 (Στο πορτραίτο, που κρέμεται πάνω στον τοίχο, η μάνα κοιτάει στο κενό. Ο ηλικιωμένος γιος, καθισμένος απέναντι στον καναπέ, καρφώνει το βλέμμα πάνω του και στη συνέχεια σκύβει το κεφάλι σκεφτικά, κρατώντας το με τα δυο του χέρια. Εκείνη την ώρα, η μάνα μοιάζει να φεύγει από το πορτραίτο και να κάθεται στην πολυθρόνα, απέναντί του, τυλιγμένη μέσα σε μια ομίχλη στο μισοσκόταδο. Το πρόσωπο του γιου φωτίζεται από αγαλλίαση για μια στιγμή, μετά παρατηρεί τα συρρικνωμένα δάχτυλα της μητέρας του και τρομάζει).

 

ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΥ-ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΘΑΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΟΥ

Λουίτζι:Θεέ μου, μητέρα, τα δάχτυλά σου!

(Η μητέρα τα κοιτάζει για λίγο, αλλά τρομάζει κι εκείνη και τα κρύβει)

Μητέρα: Βλέπεις, Λουίτζι, που φθείρεται το σώμα μας; Γι’ αυτό ήρθε ο θάνατος, έπρεπενα έρθει. 

Λουίτζι: Έπρεπε;….! (επαναλαμβάνει με θλίψη, έκπληξη, απορία). (Συγκίνηση, …μικρή παύση)

Μητέρα: Μην κλαις, Λουίτζι, αν με αγαπάς, να με θυμάσαι έτσι όπως είμαι, ζωντανή. Οι νεκροί θέλουν όχι μόνο να τους θυμόμαστε, αλλά και να τους αγαπάμε.

Λουίτζι: Ναι, μητέρα, (συνεχίζει ο γιος)ζωντανή σε σκέφτομαι. Μα δεν κλαίω γι’ αυτό, - ασφαλώς και σε σκέφτομαι· έχω μέσα μου την εικόνα σου -. Πάντα σε φαντάζομαι, να, όπως τώρα, καθισμένη στην πολυθρόνα σου, άλλοτε ζωηρή, άλλοτε μέσα σε σύννεφο, πάντα τρυφερή και οικεία, ζεστή παρουσία… Μα κλαίω για άλλο, μητέρα: Όταν καθόσουν εκεί δα, ήμουν κι’ εγώ για σέναζωντανός. Κλαίω που τώρα δεν υπάρχω εγώ για σένα. Δεν μπορώ να είμαι ζωντανός για σένα ποτέ πια… 

(Ο φανταστικός διάλογος σταματά ξαφνικά. Η ομίχλη εξαφανίζεται, μαζί και η παρουσία της μάνας, καθώς η Άννα, η γυναίκα του Λουίτζι,  μπαίνει στο δωμάτιο και ανάβει το φως. Εκείνος κοιτάει για τελευταία φορά το πορτραίτο και προσπαθεί - με κάποιες αδιόρατες ενοχές - να κρύψει την αμηχανία του και να επιστρέψει στην «φυσιολογική» πραγματικότητα, όταν η Άννα του λέει: ) 

Μητέρα: Με κούρασες γιε μου με αυτές τις σκέψεις. Αυτά είναι δύσκολα για μένα. Αλλά έχω κάτι μέσα μου, που θέλω να σου πω: μπορείς να με βλέπεις και να μου μιλάς όποτε θες…. Θαρρώ πως σε κάλεσα αυτό να σου πω.

(Βλέπει την αντίδρασή του και συνεχίζει)

Άννα: Μπα σε καλό σου…, με τρόμαξες έτσι που σε είδα σκεφτικό μες στο σκοτάδι. Σαν να μιλούσες με τη μαμά σου.  

Ε!! Μην αναστατώνεσαι, δεν είναι ντροπή. Είναι φυσικό να νιώθουμε περίεργα για το χαμό ενός αγαπημένου μας προσώπου, που το αισθανόμασταν κάποτε ένα με την ύπαρξή μας: δεν είναι απλά χαμός ενός προσώπου, αλλά και μιας ολόκληρης σχέσης, μιας σχέσης ζωντανής. Ένα κομμάτι από τον εαυτό μας κόβεται… Όμως κάνε κουράγιο. Η φύση μάς έχει προικίσει με τεράστιες δυνάμεις ανάπλασης των 

(Πλησιάζει το Λουίτζι αργά και, βάζοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της, τον κοιτάει στα μάτια και τον παρακαλεί τρυφερά): 

κομματιών που χάνουμε, όσο και αν αυτό πονάει, όσο και αν αυτό δεν θα είναι ποτέ το ίδιο, όπως πριν… 

Έλα, διώξε τη θλίψη από τα μάτια σου! 

Λουίτζι: Ναι, έχεις δίκιο. Ένας τέτοιος χαμός πάντα πονάει αυτούς που μένουν πίσω. Είναι ένα βίωμα υπαρξιακό και βαθειά προσωπικό που όμως εξελίσσεται. Μα δεν είναι μόνο για το λόγο αυτό που αισθάνθηκα την ανάγκη να θρηνήσω. Ήταν η σκέψη που έκανα πως εγώ δεν θα υπάρχω πια γιατη μητέρα μου.  Οι ζωντανοί δεν υπάρχουν για τους νεκρούς.  

Άννα: (Έκπληκτη)Πραγματικά! Τι απίθανη σκέψη είναι αυτή που έκανες. Δεν το έχω δει ποτέ έτσι. Ό,τι και αν λέμε, όσο προχωρημένοι και αν θέλουμε να είμαστε, δεν είμαστε παρά σχεσιακά όντα. Και η σχέση δεν είναι παρά μια αμοιβαιότητα . Σε χρειάζομαι και με χρειάζεσαι. Νοιάζομαι και νοιάζεσαι. 

Αλλά, γιατί να ντρεπόμαστε να το παραδεχτούμε; Οι σημαντικές σχέσεις μας έχουν καιτο στοιχείο του εγωϊσμού καιτης κτητικότητας: «έχω σημασία για σένα. Είσαι δικός μου, αλλά και θέλω να είμαι δικός σου όσο κανένας άλλος», «η μάνα μου θα ζει μέσα μου, αλλά εγώ δεν θα ζω γι’ αυτήν». 

Λουίτζι: Ναι! Ξαφνικά υπάρχει τώρα μια μονομέρεια, ένας ακρωτηριασμός,  στη ζωντανή μας σχέση. Είναι αυτή η βεβαιότητα που σε τσακίζει: ότι δεν μπορούμε να ανταλλάξουμε με ένα βλέμμα όλες τις κουβέντες του κόσμου, να πούμε τα ίδια λόγια αγάπης, τις ελπίδες και τα σχέδια που υφαίνουν τις ζωές μας, την επιθυμία της αντάμωσης. Το θέαμα των αναμνήσεων μόνο έμεινε, κι’ όταν αυτό αρχίζει να θολώνει, νιώθουμε ενοχές. Φεύγοντας η μάνα μου πήρε κάτι από τη δική μου υπόσταση. Μια άβυσσος μας χωρίζει. Μόνο στα όνειρα τη συναντώ, μα σαν ξυπνώ ζω το αντάλλαγμα της παγωνιάς του νεκρού. 

Άννα: Έλα, τώρα, μην το παρακάνεις!Τι να πουν όσοι έχασαν τα παιδιά τους, το σύντροφό τους σε μικρή ηλικία; 

Λουίτζι: Άσε, αυτό ούτε θέλω να το σκέπτομαι!

(Η Άννα σκέφτεται για λίγο και συνεχίζει διστακτικά): 

…όμως θα πω κάτι και μη με παρεξηγήσεις, έτσι; 

 Λουίτζι: Τι;   Πες μου!

Άννα: Άμα το καλοσκεφτείς, εδώ που τα λέμε, τελικά πρέπει θα πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. 

Λουίτζι: Τυχερό; Επειδή πέθανε η μάνα μου; 

Άννα: Εσύ έζησες μια σχέση αυθεντική, ζωντανή, μια σχέση γεμάτη, με τις χαρές, τις λύπες της, το θυμό και τη λατρεία της· είναι κάτι. Έκανε τον κύκλο της φυσιολογικά και εξελίσσεται μέσα σου. Δεν πεθαίνει. Φαντάσου αυτούς που δεν την έζησαν καν μια τέτοια σχέση για να τη χάσουν! Δεν είναι αυτό αβάσταχτο κενό; 

Λουίτζι:Ναι, καταλαβαίνω τι θες να πεις. Ξέρεις, σκέφτομαι καμιά φορά πόσο θαυμαστό πλάσμα είναι ο άνθρωπος και πόσο διαφορετικά νοήματα δίνει στο θάνατο. Τον φοβάται όσο τίποτε άλλο, όταν μια καταστροφή απειλεί τη ζωή του, ή όταν υποψιάζεται μία σοβαρή αρρώστια, μα τον αποζητάει σαν χάσει το παιδί του. Αδιαφορεί γι’ αυτόν καθώς ορμά στη μάχη για την πατρίδα. Βλέπει σ’ αυτόν μια μοναδική ευκαιρία να ξαναζήσει - με νόημα αυτή τη φορά - το χρόνο και τις σχέσεις, που τόσο ανόητα κακομεταχειρίστηκε σ’ όλη του τη ζωή, σαν του ανακοινώσουν πως μια σοβαρή ασθένεια τον έχει βρει.  Μόλις όμως περάσει ο κίνδυνος, τα ξεχνάει όλα και φτου και από την αρχή, ξαναγυρνά στα ίδια, αιχμάλωτος της παλιάς του ζωής, στην πάλη με τα μικρά και τα μεγάλα του πάθη.  Αυτή είναι η ηθική ομορφιά, αλλά και η τραγικότητα  του να είσαι άνθρωπος.

Άννα: Α! Εδώ τα χαλάμε. Για την τραγικότητα συμφωνώ, αλλά για την ηθική ομορφιά, δεν είμαι τόσο σίγουρη πως αυτή είναι μονοπώλιο του ανθρώπου. Αυτοθυσία για την υπεράσπιση της οικογένειας και της ομάδας, για το γόητρο του αρσενικού, ακόμη και πράξεις αλληλεγγύης συναντάμε και στο ζωϊκό βασίλειο. Ασφαλώς ο άνθρωπος βιώνει διαφορετικά το θάνατο και την αίσθηση της ύπαρξης - και αυτό είναι συνάρτηση του πολιτισμικού του, της εξέλιξης και της προσωπικής του εμπειρίας - . 

Σκέψου όμως κι αυτό:  πολλά από όσα νομίζουμε ότι είναι καθαρά ανθρώπινες ιδιότητες, όπως τα συναισθήματα, οι νόμοι, ακόμη και η ηθική και η διαχείριση της έννοιας του θανάτου κτλ, δεν είναι παρά προωθημένα, περίπλοκα, φαντασιακά και δημιουργικά κατασκευάσματα του πολιτισμού μας, που όμως έχουν μυστηριώδεις ρίζες βιολογικές, που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Διαφέρουν σε βαθμό και σε ποιότητα, συχνά και σε ομορφιά, όμως, σε τελευταία ανάλυση, τη φύση εξυπηρετούν. Η φύση είναι αυτή που μας τα εμφύσησε για τη διασφάλιση της επιβίωσης των ειδών. Χωρίς σχέσεις, χωρίς αγάπη, συμπόνια, ηθική συνείδηση και κανόνες, καμία ανθρώπινη κοινωνία δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Εμείς απλά τους δίνουμε αναρίθμητες μορφές και αποχρώσεις.

Λουίτζι: Δηλαδή βάζεις το ζώο και τον άνθρωπο στο ίδιο επίπεδο; 

Άννα: Όχι βέβαια, τα επίπεδα, η ποιότητα, η αισθητική διαφέρουν και αυτό χάρις στη σκέψη, στα σύμβολα και τη γλώσσα, στη φαντασία και στη δράση, στη δημιουργικότητα, στο παραμύθι, στην επιστήμη, στη συνεργασία, στην επικοινωνία, με βάση τα οποία οι άνθρωποι έχουν πλάσει ένα δικό τους κόσμο, μια δική τους συνείδηση για τη ζωή και το θάνατο. Το τραγικό στην ανθρώπινη υπόσταση είναι η αναζήτηση νοήματος μπροστά σε όλα τα μεγάλα, τ’ αναπάντητα ερωτήματα της ζωής, της προσωπικής μας ύπαρξης και του αναπόδραστου τέλους της. 

Λουίτζι: Έλα, ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά . Μπορεί να μελαγχολήσουμε και έχουμε να πάμε στου φίλου μας τη γιορτή. 

(Τρεις-τέσσερις ηθοποιοί εμφανίζονται μαζί ως χορός ή σκόρπιοι στην αίθουσα ανάμεσα στους θεατές και μοιράζονται εναλλάξ τους παρακάτω μονολόγους, που μοιάζουν με τα λόγια τους να είναι ο ένας συνέχεια του άλλου)

(Ο Λουίτζι και η Άννα με αλλαγμένη, χαρούμενη διάθεση αγκαλιάζονται και βγαίνουν από το δωμάτιο).  

 

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΣΕ ΧΟΡΟ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

Ζωή και θάνατος - αχώριστοι σύντροφοι - ! 

Μια και μοναδική πορεία, με ημερομηνία λήξης. Όπως και όλα τα ουράνια σώματα κι ολόκληρο το σύμπαν, κατά πως λένε οι σοφοί μας...

  • Ένα αδιάκοπο αυτο-γίγνεσθαι, που μοιάζει σαν σπίθα, σαν φευγαλέα αστραπή, σαν ένας διάττοντας αστέρας!

-Και προσπαθείς να βρεις νόημα στη ζωή, εκεί που δεν υπάρχει κανένα φανερό. Πρέπει να ψάξεις να το βρεις μόνος σου και, αν δεν το βρεις, να το κατασκευάσεις! 

Λες μέσα σου: «δεν υπάρχει γίγνεσθαι δίχως κατεύθυνση, δίχως προορισμό 

και δίχως Τέλος, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Είναι άραγε 

ο θάνατος το μηδέν, το αίτιο της ανυπαρξίας και καταλύτης 

όλων των πραγμάτων; Ή μήπως ένα απλό «χρέος» απέναντι στο σύμπαν;»

-Για τη φύση, ο θάνατος δεν είναι παρά μια διαδικασία αναγέννησης, μετασχηματισμού και μετεξέλιξης: 

πεθαίνει ένα λουλούδι και με τα σπόρια του δίνει ζωή σε ένα άλλο. 

Όμως αυτό το λουλούδι που πέθανε, δεν υπάρχει πια. 

Σκέφτεσαι κι εσύ πως, όταν κλείσεις τον κύκλο σου, η ζωή θα συνεχιστεί, 

μα το Εγώ σου δεν θα υπάρχει όπως το ξέρεις, όπως το κουβαλάς 

πάνω στης μοναξιάς την τεντωμένη κλωστή. «Εγώ», είμαι άραγε, για την ασυγκίνητη φύση, απλά το μέσο μετάβασης, σαν το κύτταρο ενός οργανισμού, 

που πεθαίνει για να δημιουργηθεί ένα άλλο; 

Κάθε στιγμή που περνά είναι ταυτόχρονα μια δημιουργία και ένα βήμα 

πιο κοντά στην ανυπαρξία και ένα ακόμη μόριο στο πεδίο μάχης της εξέλιξης;

- Έτσι είναι, σαν βλέπεις τα πράγματα από τη σκοπιά του ανθρώπου: 

τα πράγματα είναι καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα, ωραία ή άσκημα, 

κατά πως νιώθουμε και κατά πως έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε, 

με βάση τη δική μας επιβίωση. Αν τα πράγματα τα δει κανείς από τη μεριά 

της φύσης, το καλό και το κακό μπορεί να μην υπάρχει. 

Μπορεί να είναι διαφορετικό, πιο πολύπλοκο ή και να υπερβαίνει τα δικά μας μέτρα. Γιατί θα πρέπει σώνει και καλά όλα στη φύση να φτιάχτηκαν 

για να υπηρετούν εμάς, να είμαστε εμείς το κέντρο, 

οι εκλεκτοί της Δημιουργίας και να συμπεριφερόμαστε με την αλαζονεία 

του δήθεν ανώτερου μέσα στη φύση;

- Θεοποιούμε τη φύση, πλάθουμε ανθρωπομορφικούς δημιουργούς της και την ίδια στιγμή παραβλέπουμε πως, αν κοιτάξουμε γύρω μας, αυτή μοιάζει 

με ένα απέραντο σφαγείο! 

Ένας ασταμάτητος πόλεμος και ένα ουράνιο τόξο! Πόσο ακριβή είναι για μας

η προσωπική μας ύπαρξη, αλλά και των δικών μας! Τι ιδέα μεγάλη έχουμε 

για τον εαυτό μας, για την αναγκαιότητα να μείνουμε για πάντα αθάνατοι!

- Τρομάζουμε στην ιδέα πως ο χρόνος, που τρέχει αλύπητα, 

 οι χαρές που δοκιμάζουμε, οι επιθυμίες και τα όνειρά μας  τα άπληστα, 

οι νίκες και οι ήττες μας που πέρασαν και λησμονήθηκαν,

οι τραυματικές συγκρούσεις που είχαμε με τους συνανθρώπους μας, 

όλα όσα μιλούν για τη ζωή που ζήσαμε και για τα ποθητά μελλούμενα, 

όλα τους θα εξαφανιστούν κάτω μες στη φωτιά, 

μέσα στο χώμα! 

Τι είμαστε άραγε εμείς οι ζωντανοί;

-Και τότε είναι που ξυπνάει μέσα μας το μετα-φυσικό. 

 - ..Και τότε ποθούμε το Αθάνατο, το Aιώνιο, το Παντοτεινό!

- Ποιος ξέρει, μπορεί και να υπάρχει....

- Πρέπει να το εικάσουμε, να το φανταστούμε, να το κατασκευάσουμε.

- Δέος, απορία, θαυμασμός απέραντος για τη σοφία, τους νόμους, 

τους ακατάπαυστους πολέμους και τις γέννες μέσα και έξω μας, 

για τη λειτουργικότητα, για την ασύλληπτη πολυπλοκότητα αυτού του κόσμου. Και λες μέσα σου:

«Μα είναι δυνατόν να μην τον έφτιαξε κάποιος σοφός, παντοδύναμος 

και πανάγαθος Δημιουργός αυτόν τον κόσμο; Είναι δυνατόν όλα αυτά τα θαυμαστά να λειτουργούν από μόνα τους και χωρίς λόγο; «Τι άραγε μπορεί 

να συλλάβει ένας πεπερασμένος νους και τι οι αισθήσεις του;», διερωτάσαι. 

Το μάτι δεν βλέπει όλα τα χρώματα, το αυτί δεν ακούει όλες τις συχνότητες.

Και ο νους δεν μπορεί να συλλάβει τον αόρατο Λόγο.... Μπορεί, όταν πεθαίνει κανείς, να εγκαταλείπει το πεπερασμένο και να τον αγκαλιάζει το άπειρο....

- Σκέψεις παρηγοριάς κι ελπίδας για μια συνέχεια - .

-Την αθανασία αποζητούμε στα μάτια του εγγονού μας, 

στην τέχνη, στο στίγμα μας πάνω στην πέτρα, 

πάνω στων άλλων τις καρδιές, πάνω στην Ιστορία. 

Στον αγώνα μας για το άπιαστο, το μάταιο, το ωραίο, το αληθινό, στης ψευδαίσθησης την ελευθερία. 

Έτσι παλεύουμε το θάνατο και τον περιγελούμε....

(Αλλάζει έκφραση, που γίνεται πιο σκεπτική, πιο φοβισμένη)  

...Αρκεί όμως ένα σκήπτρο, ένας άμβωνας, ο υψωμένος δείκτης ενός σεβάσμιου γενειοφόρου, για να αναζωπυρωθεί μέσα μας ξανά ο φόβος της απειλής,

της εξαφάνισης, της τιμωρίας, του αιώνιου σκότους.

Τι τα θες φίλε μου..., είτε μας το έχει εμφυσήσει η φύση, είτε ο Θεός,

 είτε η δική μας θέληση, η ζωή είναι γλυκιά...

(Οι ηθοποιοί απαγγέλλουν εναλλάξ ένα-ένα τα παρακάτω) 

            -  Ζωή είναι ο ήλιος, 

            -  ...ο έρωτας, 

            -  ...των αισθήσεων η απόλαυση, 

            -  ...της αγκαλιάς η θαλπωρή, το χαμόγελο του παιδιού, 

            -  ...του φίλου η συντροφιά, όλοι εμείς, 

            -  ...τα μίση, κι’ όλα όσα αγαπήσαμε. Της φαντασίας, 

              του λογισμού, της αρετής τα έργα και των συναισθημάτων όλες οι αποχρώσεις,         

                 -  ... της απληστίας το μεθυστικό κρασί, της εξουσίας 

             το σαράκι και της κυριαρχίας 

              -  ...του κόσμου η ομορφιά, η επούλωση της πληγής, 

                  η δύναμη των ιδεών, η ανθρωπιά, 

            -  ...όλα τούτα είναι γλυκά και λατρευτά· είμαστε πλασμένοι να τ’ αποζητούμε, ακόμη και όταν, μες στη δυστυχία, στον πόνο και στης ψυχής την ερημιά, φτάσουμε να τ’ απαρνηθούμε! Είμαστε πλασμένοι 

               να τα ονειρευόμαστε, να τα πλάθουμε, 

               να τα μοιραζόμαστε, να τ’ αφήνουμε πίσω μας, 

               να τα’ απλώνουμε στα πέρατα της γης· 

              στης αγάπης την υπέρτατη ευλογία να βυθιζόμαστε.            

    -  ...να μη χαθούμε, πριν έλθει εκείνη η στιγμή, του τέλους, που έτσι πια δεν θα φοβόμαστε... 

 

 

 

 


Ο θάνατος δεν είναι κάτι φοβερό, γιατί τότε θα ήταν και για τον Σωκράτη. Τον θάνατο τον κάνει φοβερό η ιδέα ότι είναι φοβερός.


Πένθησε με μέτρο τους γνωστούς σου. Γιατί δεν έχουν πεθάνει, αλλά τον ίδιο δρόμο που όλοι αναγκαστικά θα περάσουμε, αυτοί τον πήραν πρώτοι.


Τίποτα δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή.


Η ζωή και ο θάνατος συγχωνεύονται και δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη ούτε προορισμός, υπάρχει μόνο το ΕΙΝΑΙ.


Ε' κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάμματα κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην υποτέλεια! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις. Το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα είναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!!!!!


Πεθαίνοντας θα προσφέρω στους ανθρώπους τα πιο πλούσια δώρα μου. Αυτό έμαθα απ' τον ήλιο, που όταν δύει είναι τόσο λαμπρός και με τους ανεξάντλητους θησαυρούς του βυθίζεται στη θάλασσα, έτσι που κάνει τον φτωχό ψαρά να κωπηλατεί με χρυσωμένα κουπιά.


Ο θάνατος είναι το δαιμόνιο που εμπνέει, ο μουσηγέτης της φιλοσοφίας. Χωρίς αυτόν, δύσκολα θα μπορούσε να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος.


Προσχήματα

Μην εκφοβίζετε τον νεκρό
με τα μαύρα φορέματά σας
τις οιμωγές σας
και τις εκκρίσεις των ματιών σας.
Αυτός απέδρασε από τον φόβο.
Γιατί ταράζετε
της ανυπαρξίας του τη γαλήνη;
Και είναι μάλλον άκομψο
να λυπάστε για τον εαυτό σας
με πρόσχημα τον θάνατό του.


Η Ζωή ρωτάει τον Θάνατο: - Γιατί οι άνθρωποι αγαπούν εμένα και μισούν εσένα. Και ο Θάνατος απαντάει: - Γιατί εσύ είσαι ένα όμορφο ψέμα κι εγώ μια οδυνηρή αλήθεια.

Η ιστοσελίδα

Σχεδιαστής, κατασκευαστής και υπεύθυνος της ιστοσελίδας αυτής είναι ο ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Αριστοτέλης Ράπτης

Επικοινωνία

Αριστοτέλης Ράπτης
Ν. Βαζαίου 8
Κρυονέρι
!4568 Αττική

+306977212853

telis1943@gmail.com