Αφιέρωμα στον Ήλιο

(Αυτά τα λέει ο Συγγραφέας, αλλά είναι μεθυσμένος).

Φίλοι μου, εγώ δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό που είπε ο Επίκουρος: «Ο σοφός άνθρωπος δεν φοβάται να ζει, αλλά ούτε και να μη ζει». Αυτό μοιάζει με τη λαϊκή παροιμία που λέει: «παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του». Ο θάνατος μας δουλεύει όλους. «Εγώ, ο θάνατος, μια μόνο στιγμή θα έρθω σε ολόκληρη τη ζωή σας, ενώ εσείς με σκέφτεστε κάθε στιγμή», λέει ο μπαγάσας. Πολλές φορές σκέφτομαι, γιατί οι φιλόσοφοι καταβάλλουν κόπους και προσπάθειες για να μας πείσουν ότι δεν πρέπει να μας τρομάζει ο θάνατος; Αυτό δεν είναι η καλύτερη απόδειξη, του πόσο τρομακτικός είναι;

Αισθάνομαι ότι δεν είμαι τόσο δειλός για να επιθυμώ τον θάνατο. Ο θάνατος είναι το φρικωδέστερο των κακών και ο ακαταπόνητος αρνητής της ζωής και άσε να λέει ό,τι θέλει ο Επίκουρος. Εγώ τρέφω τέτοιο μίσος για τον θάνατο, που γίνεται αγάπη για τη ζωή. Δεν υπάρχει αγάπη αν δεν έχεις να μισήσεις κάποιον που σου την στερεί. «Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα», όπως λέει και ο Σολωμός. Η αγάπη για τη ζωή μάς κάνει να φοβόμαστε και να μισούμε τον θάνατο. Μ’ αρέσει η ζωή και όταν ακόμη αρρωσταίνω βαριά, γιατί ελπίζω πως θα γίνω καλά. Μ’ αρέσουν τα πρωινά πριν την ανατολή του ηλίου. Εκείνο το γλυκοχάραμα, που απλώνει δειλά-δειλά το φως παντού και τα ξεσκεπάζει όλα. Κάθομαι και περιμένω να ξεπροβάλει ο ήλιος και κάνω συζήτηση μαζί του. Μόλις τον βλέπω, του λέω σαν καλημέρα την ευγνωμοσύνη μου για όλα τα καλά που μας δίνει τόσο πλουσιοπάροχα.

«Ευχαριστώ ήλιε μου», του λέω, «που μας δίνεις το φως σου για να βλέπουμε και να απολαμβάνουμε τον όμορφο κόσμο. Που δεν μας αφήνεις να παγώνουμε με τη ζεστασιά που εκπέμπεις. Σ’ ευχαριστώ που δίνεις ζωή σε όλα τα έμβια όντα, στα φυτά που βγάζουν αυτά τα υπέροχα λουλούδια και ομορφαίνουν τη γη, στους ποταμούς και τις θάλασσες. Που είσαι δίκαιος, γιατί περνάς από όλες τις πλευρές του πλανήτη μας. Που μόνο δίνεις αλλά δεν παίρνεις από μας τίποτα. Ε’ να μη σου δώσουμε κι εμείς αυτή την ελάχιστη ευγνωμοσύνη μας; Γι’ αυτό ήλιε σε περιμένω κάθε πρωί, για να σ’ ευχαριστήσω για τη γενναιοδωρία σου. Δίνεις χωρίς να παίρνεις. Σκορπάς στον πλανήτη μας αγάπη και δεν περιμένεις καμιά ανταπόδοση. Μισώ τη μέρα που δεν θα μπορώ να σε δω να προβάλεις. Μα εσύ θα υπάρχεις για να δίνεις ζωή σε άλλους και άλλους.

Αλλά κάποτε θα πάρεις κι εσύ σύνταξη. Το φως σου θα εξασθενίσει και δεν θα μπορείς να δίνεις ζωή στον πλανήτη μας. Αν βέβαια δεν σε προλάβει ο άνθρωπος και δεν καταστρέψει τον πανέμορφο γαλάζιο πλανήτη μας, από την απληστία του και την αχαριστία του απέναντι στη γενναιόδωρη - αλλά την τόσο σκληρή – γύρω του φύση. 

Κι εσύ συνταξιούχος θα στοχάζεσαι τις ωραίες εποχές που μπορούσες να προσφέρεις φως και ελπίδα πως μια άλλη ακόμα μέρα θε’ ν’ αρχίσει. Δεν λέω, έχεις κι εσύ την κακία σου, όπως όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο, και εκδηλώνεται με τις εκρήξεις σου. Μία από αυτές μπορεί να καταστρέψει και ολόκληρη τη γη μας. Όμως μην παρασύρεσαι από τη δική μας κακία και απληστία.

Και μετά ήλιε μου, θα μαραζώνεις σιγά-σιγά και θα γίνεις τελικά ένα σπιρτόκουτο στην κωλοτρυπίδα του σύμπαντος, που οι επιστήμονες την ονομάζουν μαύρη τρύπα. Θα γίνεις και συ κοπριά, όπως κι εγώ, για να θρέψουμε νέες ζωές. Το φρικωδέστερο των κακών είναι η μοίρα όλων μας. Θα λείψεις από τη γη μας και θα λείψει κάθε ίχνος ζωής. Τον μισείς κι εσύ τον θάνατο, αλλά τον δικό σου θάνατο.

Αυτό είναι η σωτηρία όλων μας, αυτό που είπε ο Καζαντζάκης. Όταν θα έρθει ο θάνατος δεν θα βρει τίποτα για να πάρει από όλους αυτούς που αγαπούν τη ζωή. Ένα μάτσο κόκαλα από μας και ένα σπιρτόκουτο από σένα. Θα έχουμε αδειάσει δίνοντας όλα όσα έχουμε στα γύρω μας. Αγάπη στα λατινικά είναι a-mors, δηλαδή, όχι θάνατος.

Και όταν εσύ, ο ήλιος, βουτάς και χάνεσαι μέσα στη δύση με τα μεθυστικά μελαγχολικά σου χρώματα που σε συνοδεύουν και αφήνεις πίσω σου τα άστρα με τη μουσική της αιώνιας σιωπής, τότε η απογευματινή θλίψη μάς γαληνεύει. Και μόλις οι τελευταίες σου αχτίνες θα σβήσουν και προβάλουν τα άστρα με τη σειρά ένα-ένα, ανάλογα με τη λάμψη τους, σαν σπιθοβολήματα της αιώνιας φωτιάς. Και το φεγγάρι σαν φανοστάτης περιμένει να έρθει το άλλο πρωί, για να σε χαιρετήσει και για να σου πει: «για χάρη σου εγώ φεύγω». Εσύ ήλιε μου δεν το έχεις απολαύσει ποτέ αυτό το θέαμα, γιατί είσαι ο βασιλιάς των άστρων και όλα τα άλλα εξαφανίζονται εμπρός στην λαμπρότητά σου.

Μ’ αρέσουν και οι νύχτες όπως τα πρωινά. Τα δισεκατομμύρια αστέρια που εμφανίζονται μου προκαλούν δέος. Αισθάνομαι τόσο μικρός, τόσο ασήμαντος και λες: «…αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» και ονειρεύεσαι χαμένος μέσα στους αναρίθμητους αστεροειδείς γαλαξίες.

Τη νύχτα διψώ για πράγματα που είναι πολύ μακριά και ποθώ να αγγίξω τον ακρόγυρο της σκοτεινής απεραντοσύνης. Αυτό το επιτυγχάνω με το όνειρο που κρύβεται πίσω από την πραγματικότητα. Το όνειρο και η πραγματικότητα είναι οι δυο όψεις του ίδιου κόσμου μας. Η πραγματικότητα χωρίς το όνειρο είναι ο θάνατος. Το φεγγάρι γίνεται όνειρο και πραγματικότητα μαζί, σαν το ερωτικό παιχνίδι που κάνεις με μια γυναίκα, που κι αυτή δεν είναι μόνο γυναίκα αλλά το μισό της είναι όνειρο. Το παιχνίδι του θανάτου και της ζωής. Τη νύχτα βλέπεις αυτά που δεν μπορείς να τα δεις με το φως σου.

Σε λίγο τα μάτια μου γλαρώνουν γιατί ο «δεινός» θεός Ύπνος, ο δίδυμος αδελφός του «δεινού» θεού, του Θανάτου, στέλνει το γιο του τον Μορφέα και μου δίνει λίγη μορφίνη για να κοιμηθώ, ν΄ αγγίξω τον θάνατο. Στον ύπνο μου νιώθω να είμαι ένας ξένος σε μια ξένη χώρα. Και πάω ένα ταξίδι με τα αδέλφια του Μορφέα, τον Φοβήτορα και τον Φάντασο που με συντροφεύουν, ο πρώτος με τα εφιαλτικά του όνειρα που σε κάνει και ζεις τον θάνατο όντας εν ζωή και ο δεύτερος με τα εξωπραγματικά του και πλασματικά όνειρα, που σε κάνει να ζεις αυτό που θα επιθυμούσες στον ξύπνο σου, αλλά δεν μπορείς να το ζήσεις. Μέσα στον ύπνο μου νιώθω την αιωνιότητα της δικής μου ανυπαρξίας.

Όταν ξυπνώ, νιώθω ότι δεν θέλω να έχω μεταθανάτια ζωή. Ούτε να ζω σε κόλαση, ούτε σε παράδεισο. Τα σιχαίνομαι και τα δυο γιατί και τα δυο είναι τιμωρία. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Δεν θέλω να πάω στην κόλαση, για να με βασανίζουν οι διαβόλοι για κάτι που δεν είμαι εγώ υπεύθυνος και που βρέθηκα σ’ αυτόν τον κόσμο τυχαία. Με ρώτησε κανείς αν θα ήθελα να έρθω σ’ αυτή τη ζωή; Τι φταίω εγώ να μου καθορίζουν οι άλλοι τι είναι και τι δεν είναι αμαρτία και να είμαι αναγκασμένος να υπακούω σε κάτι που δεν πιστεύω. Την ελευθερία μου δεν θέλω να μου την προσδιορίζουν οι άλλοι – εκτός βέβαια από τους νόμους που θεσπίζονται σε μια ευνομούμενη πολιτεία-. Γιατί να πάω στην κόλαση, λοιπόν, και να βράζω μέσα στα καζάνια με το καυτό λάδι και να με βασανίζουν οι διαβόλοι, αυτά τα απαίσια πλάσματα; Αν συμβαίνει αυτό, τότε θα πιστέψω αυτό που στο ευαγγέλιό του λέει ο Ιούδας ότι τον κόσμο αυτόν τον έφτιαξαν δυο κατώτεροι θεοί: ο Σάχλας (εξού και σαχλαμάρας) και ένας άλλος, αιμοβόρος (που μου διαφεύγει το όνομά του).

Θεωρώ όμως ότι και στον παράδεισο δεν είναι καλύτερα. Δεν θέλω να ζω σαν θεός του Επίκουρου στη μακαριότητα. Είναι χειρότερη η τιμωρία όταν πας στον παράδεισο: να βλέπεις συνέχεια εκείνα τα ανέραστα και ουδέτερα πλάσματα, που τα λένε αγγελάκια να πετάνε συνεχώς δίπλα σου. Ή να είναι συνέχεια άνοιξη, χωρίς φθινόπωρο, χωρίς χειμώνα. Πώς τότε θα νιώσεις την ομορφιά της άνοιξης αν δεν τη στερηθείς; Και ν’ ακούς συνέχεια την ουράνια μουσική, μια μουσική από αυτές που βάζουν στις κηδείες. Στον παράδεισο δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, ούτε για το χειρότερο αλλά ούτε και για το καλύτερο. Μια συνεχής ζωή χωρίς, στόχους αγώνες και αγωνίες, και τελικά, χωρίς επιλογές και ελευθερία. Εκεί θα κάθεσαι σε ένα παγκάκι να σε τρώει η πλήξη. Να ζεις χωρίς επιθυμίες. Και το τραγικό είναι να βρίσκεσαι μέσα στο κλουβί της μακαριότητας και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Τουλάχιστον στην κόλαση μπορείς να ελπίζεις σε κανένα διάλειμμα, που λέει ο λόγος!

Να μου λείπουν και τα δυο. Εγώ προτιμώ να ζω και να μισώ οτιδήποτε μου στερεί τη ζωή. Θέλω να βρίσκομαι στην αγκαλιά μιας γυναίκας είτε αυτή είναι η μάνα μου είτε η ερωμένη μου, δηλαδή, στην πηγή της ζωής, της αγάπης και της ηδονής. Να ζω τον έρωτα που δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να του δώσει ακόμα τον ορισμό του.

Αχ! Ο έρωτας από τη μια μεριά και ο θάνατος από την άλλη. Ο θεός Διόνυσος (έρωτας) και ο θεός Άδης (θάνατος), και είναι το ίδιο πράγμα» ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι, λέει ο Ηράκλειτος. Το ίδιο λέει και ο λαϊκός μας στίχος: «Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις». «Φιλότητα και νείκος» τα ονομάζει ο Εμπεδοκλής. Οι δυο δυνάμεις που συντελούν στο γίγνεσθαι του σύμπαντος. Αλίμονό μου αν απαρνηθώ τον θάνατο από μέσα μου. Το καταγγέλλω ως την πιο φρικτή και άδικη ανθρώπινη προκατάληψη. Αλίμονό μου αν απαρνηθώ τον φόβο του θανάτου και το μίσος που έχω γι’ αυτόν. Το έχω συνειδητοποιήσει πως ο θάνατος είναι το νομοτελειακό δέον γενέσθαι κι αυτό με κάνει να αγαπώ περισσότερο ό,τι με περιβάλλει και να ζω την τυραννία του Έρωτα και της Αγάπης, γιατί θέλω, όταν θα πεθάνω να πω: «φεύγω από αυτόν τον κόσμο αλλά τον αγάπησα».

 


Ο θάνατος δεν είναι κάτι φοβερό, γιατί τότε θα ήταν και για τον Σωκράτη. Τον θάνατο τον κάνει φοβερό η ιδέα ότι είναι φοβερός.


Πένθησε με μέτρο τους γνωστούς σου. Γιατί δεν έχουν πεθάνει, αλλά τον ίδιο δρόμο που όλοι αναγκαστικά θα περάσουμε, αυτοί τον πήραν πρώτοι.


Τίποτα δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή.


Η ζωή και ο θάνατος συγχωνεύονται και δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη ούτε προορισμός, υπάρχει μόνο το ΕΙΝΑΙ.


Ε' κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάμματα κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην υποτέλεια! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις. Το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα είναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!!!!!


Πεθαίνοντας θα προσφέρω στους ανθρώπους τα πιο πλούσια δώρα μου. Αυτό έμαθα απ' τον ήλιο, που όταν δύει είναι τόσο λαμπρός και με τους ανεξάντλητους θησαυρούς του βυθίζεται στη θάλασσα, έτσι που κάνει τον φτωχό ψαρά να κωπηλατεί με χρυσωμένα κουπιά.


Ο θάνατος είναι το δαιμόνιο που εμπνέει, ο μουσηγέτης της φιλοσοφίας. Χωρίς αυτόν, δύσκολα θα μπορούσε να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος.


Προσχήματα

Μην εκφοβίζετε τον νεκρό
με τα μαύρα φορέματά σας
τις οιμωγές σας
και τις εκκρίσεις των ματιών σας.
Αυτός απέδρασε από τον φόβο.
Γιατί ταράζετε
της ανυπαρξίας του τη γαλήνη;
Και είναι μάλλον άκομψο
να λυπάστε για τον εαυτό σας
με πρόσχημα τον θάνατό του.


Η Ζωή ρωτάει τον Θάνατο: - Γιατί οι άνθρωποι αγαπούν εμένα και μισούν εσένα. Και ο Θάνατος απαντάει: - Γιατί εσύ είσαι ένα όμορφο ψέμα κι εγώ μια οδυνηρή αλήθεια.

Η ιστοσελίδα

Σχεδιαστής, κατασκευαστής και υπεύθυνος της ιστοσελίδας αυτής είναι ο ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Αριστοτέλης Ράπτης

Επικοινωνία

Αριστοτέλης Ράπτης
Ν. Βαζαίου 8
Κρυονέρι
!4568 Αττική

+306977212853

telis1943@gmail.com